Zara black shorts and cropped* top.
v. cropped, crop·ping, crops
v.tr.1.
a. To cut or bite off the tops or ends of: crop a hedge
Υπάρχουν μυρωδιές που δεν είναι απλώς μυρωδιές. Είναι μικρές χρονοκάψουλες. Ένα άρωμα μπορεί να μας ταξιδέψει πίσω σε ένα καλοκαίρι, σε ένα ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου